Category: Ιστορίες

Στην μνήμη εκείνων που λησμονούν…

By Nekys Nemia, 21 Φεβρουαρίου 2010 15:57

- Γονείς έχεις; Ρώτησα κοφτά.
- Δε νομίζω, γιατί τι είναι; Αποκρίθηκε η Κύρα ύστερα από σκέψη.
- Δε θυμάμαι, απλά έπρεπε να το ρωτήσω.
Σιώπησα για λίγα δευτερόλεπτα και σηκώθηκα απογοητευμένος. Όχι από της μνήμες ή την αδυναμία της συνομιλίτριάς μου να δώσει απαντήσεις. Από εμένα τον ίδιο που δεν μπορούσα πλέον να ελέγξω τον αυθορμιτισμό μου.
«Ξέρω πως δεν εμφανίστηκα έτσι ξάφνου μια ημέρα. Από κάπου προήλθα, από κάποιους. Ο διδάσκαλος το έχει πει ξεκάθαρα πως κάθε δέντρο στέκεται ισχυρό στον άνεμο όσο έχει βαθειές ρίζες. Που είναι οι δικές μας;» αναρωτήθηκα, απομακρυνόμενος από το τραπέζι και βρέθηκα εμπρος στην Ελύρια. Η αδερφή της σηκώθηκε από το τραπέζι και την φώναξε. Κατάλαβε πως δεν είχα ιδιαίτερη διάθεση.

Πήγα στο δωμάτιό μου και ξάπλωσα χαζεύοντας τις ανακλάσεις των αντικειμένων που άλλαζαν χρώμα στο δειλινό. Αποκοιμήθηκα και είδα όνειρα, μα δεν τα θυμάμαι πια.

Η Κοκκινοσκουφίτσα και ο Μονόκερος

By Nekys Nemia, 26 Αυγούστου 2009 16:36
Με ξύπνησε η βροχή. Δεν έπρεπε να βρέχει, όχι τέτοια εποχή τουλάχιστον και πανικόβλητος έτρεξα κάτω από μια τέντα. Με πλησίασε ένας άντρας γύρω στα 30, μούσκεμα από την βροχή, κρατώντας μια μπανάνα στο αριστερό χέρι και μια φράουλα στο δεξί. Ήρθε με φόρα, στριμώχνοντάς με στον τοίχο. Η βαλίτσα και το καπέλο μου έπεσαν στις λάσπες.
«Ρε φίλε, έχεις καθόλου κέρματα; Θέλω μόνο δυο-τρία να πάρω κανένα φρούτο, σου το ορκίζομαι!» τον κοίταξα και του είπα πως δεν έχω καθόλου χρήματα, πράγμα που ήταν εν μέρη αλήθεια καθώς είχα λιγοστά χρήματα, ίσως για κανένα μπουκάλι νερό και λίγο ψωμί να έφταναν. Μούσκεμα στη βροχή, τι το χρειάζομαι το νερό τέτοια ώρα… χα!
«Σε παρακαλώ πολύ, με λίγα κέρματα μπορώ να πάρω ένα ολόκληρο πανεράκι φράουλες! Δεν είναι δα τόσα πολλά!» μου απάντησε και σε μια κρίση τραγικότητας, επηρεασμένος από την Κοκκινοσκουφίτσα τον ρώτησα αν πρόκειται ύστερα να τα πάει στην γιαγιά του στο δάσος, χωρίς φυσικά να πάρω απάντηση. Τελικά του έδωσα αρκετά χρήματα, αφήνοντάς με τραγουδώντας, καρφί για το μανάβικο απέναντι…

Ήμουν πολύ κουρασμένος. Κλειδώθηκα μέσα σε μια πολυκατοικία, εκμεταλέυτηκα την ατυχία μου και κλείστηκα στο λεβητοστάσιο για να κοιμηθώ. Καθώς ήταν ήδη καλοκαίρι, η ζέστη ήταν αφόρητη εκεί μέσα, αν και ο λέβητας δεν λειτουργούσε εδώ και μήνες. Αλλά ήταν ζεστά και με την κούραση που με βάραινε κατάφερα να κοιμηθώ ξεκούραστα.
Το επόμενό πρωί ξύπνησα με την εικόνα ενός άντρα που με σκουντούσε, από πάνω μου. Όνειρο ή πραγματικότητα; Κάποιος με βρήκε να κοιμάμαι εκεί τα ξημερώματα και προσπάθησε να με ξυπνήσει;

Μπήκα μέσα στο τρένο και ξεκίνησα να πάω προς το λιμάνι. Όταν έφτασα στο προ-τελευταίο σταθμό από τον προορισμό μου, έγινε έλεγχος εισιτηρίων. Δεν είχα εισιτήριο. Με κατέβασε ο ένας και μου ζήτησε τα στοιχεία μου ενημερώνοντάς με για το ποσό του προστίμου.
«Έχεις κόρη. Πόσο χρονών;» τον ρώτησα.
«Ενδιαφέρεσαι για νύφη;» με ρωτά χαμογελώντας αλλά δεν του απαντάω. Σοβαρεύει και μου απαντά «Ναι έχω και είναι 18…»
Ανοίγω το μπλοκ μου και βγάζω ένα αντίγραφό από ένα σχέδιο με έναν Μονόκερο που είχα ζωγραφίσει.
«Ορίστε, είμαι σίγουρος ότι θα της αρέσουν οι Μονόκεροι, δώσε της το δώρο από εμένα ή εσένα, οτιδήποτε σε συμφέρει.»
Απάντησε «Φύγε».
Λειτουργεί ακόμα το ρουσφέτι.

Φόβος

By Nekys Nemia, 25 Αυγούστου 2009 15:33

Θεωρώ τον εαυτό μου αρκετά θαρραλέο. Ίσως γιατί κατανοώ πολύ γρήγορα την φύση των φόβων μου και όταν κατανοείς το γιατί φοβάσαι, παύεις να φοβάσαι. Αντιμετώπισα όμως κάτι τελείως διαφορετικό, χθες βράδυ, που σαν μη το σκέπτομαι, ακόμα με φοβίζει.

Περπατούσα στον δρόμο αγκαλιά με την γάτα μου (δεν μας ενδιαφέρει ο λόγος στην προκειμένη περίπτωση). Η γάτα μου με φοβάται αλλά δεν φοβάται τίποτα άλλο. Περπατάμε στον δρόμο, την μυρίζουν σκυλιά, τα κοιτάζει και φεύγουν τρέχοντας (έχει τσαγανό και μπαλάκια η μικρή)…

Καθώς περπατάω και βρίσκεται στην αγκαλιά μου, πάρα πολύ απότομα, με τον ίδιο τρόπο που ακούγεται ο θόρυβος από την κατσαρόλα σαν πέφτει στο πάτωμα, ακούγεται θόρυβος από φυλλωσιές ή κάτι παρόμοιο και μετά από μερικά δευτερόλεπτα φυσάει άγρια. Η Ελύρια (η γατούλα μου) με το που ξεσπάει ο άνεμος φρικάρει σαν δαιμονισμένη. Πετάγεται από την αγκαλιά μου και προσπαθεί να ξεφύγει, μη δίνοντας σημασία στο ότι την κρατάω και γρατζουνώντας με άσχημα στο πρόσωπο, στο στήθος και την πλάτη. Ξέρω ότι με τον τρόμο που την έχει πιάσει, αν μου ξεφύγει χάθηκε και έτσι αγνοώ τελείως τις γρατσουνιές και τα αίματα. Με πιάνει τρόμος διότι δεν μπορώ να καταλάβω το τι συνέβαινε και ταυτοχρόνως να προσπαθώ να μαζέψω την μικρή η οποία είναι τελείως ανεξέλεγκτη.

Καταφέρνω να την πιάσω από τα πόδια και να την ακινητοποιήσω στην αγκαλιά μου. Τότε ο αέρας παύει και έχει πλήρη άπνοια. Η καρδούλα της Ελύρια συνεχίζει και βαράει σαν τρελή. Μακάρι να μπορούσε να μου μιλήσει.

Συνεχίζω την διαδρομή μου κατηφορίζοντας και καθώς περπατάω στην μέση του δρόμου, ήδη φανερά φοβισμένος, έξω από τα σπίτια που περνάω σταδιακά, ακούω μωρά ή έστω μικρά παιδιά να κλαίνε.
Κοιτάζω πέρα-δώθε προσπαθώντας να καταλάβω τι συμβαίνει ή να αισθανθώ παρουσίες.

Και τότε κοιτάζω μπροστά μου.

Τρεις γάτες, παγωμένες στην μέση του δρόμου, σε ίσες αποστάσεις μεταξύ τους, σε σχηματισμό τριγώνου, στέκονται μπροστά μου. Η μια κοιτάζε προς την γωνία της επόμενης με την φορά του ρολογιού. Τις πλησιάζω, περνάω από δίπλα τους και συνεχίζουν να στέκονται σαν πέτρινες αγνοώντας την παρουσία μου.

Τότε πραγματικά ο φόβος με κυρίευσε, κουβαλούσα και εγώ μια γάτα που προσπαθούσε να μου ξεφύγει πανικόβλητη! Το μυαλό μου ίσως είναι πολύ μικρό για να καταλάβει ή δεν θέλει να καταλάβει. Ανεβαίνω τρέχοντας την τελευταία ανηφόρα προς το σπίτι μου και στρίβω στο τελευταίο δρομάκι. Βλέπω μια τελευταία γάτα επίσης να στέκεται παγωμένη στην μέση του δρόμου. Την προσπερνάω δίχως καλά- καλά να την κοιτάξω και ανοίγω την πόρτα της αυλής, μέσα σε απόλυτο σκοτάδι συνεχίζω να τρέχω σαν μανιασμένος και να ανεβαίνω τα σκαλοπάτια μέχρι να μπω επιτέλους σπίτι μου.

Πανικόβλητος έκλεισα τα παράθυρα. Η Ελύρια αισθάνθηκε αμέσως οικεία και ξέχασε ότι είχε προηγηθεί. Εγώ όμως δεν μπορώ. Δεν ξέρω γιατί το έκανα. Φοβόμουν, τι όμως; Μην συμβεί τι και σε ποιόν; Ακριβώς η μη κατανόηση του γιατί και του πως είναι που μου γέννησε αυτόν τον φόβο και δεν βλέπω να τον νικάω σύντομα.

Επιτέλους φοβάμαι.

Διστόρια

By Nekys Nemia, 21 Ιουλίου 2009 16:08

Μικρή Σημείωση

Το κείμενο τούτο δεν αποτελείται από ιστορικές αναφορές και ούτε προσπαθεί να ρίξει φως και να εμπνεύσει. Δεν είναι τίποτα άλλο από μια μυθοπλαστική διασκευή θρύλων, αναμνήσεων και φαντασιώσεων, καλυμμένα με ιστορικά παραστρατήματα.
Από το ύφος της ιστορίας που ακολουθεί θα καταλάβετε τι εννοώ.

Η Συμμαχία

Η ζημιά ήταν μεγάλη. Οι αρχηγοί των Μεγάλων Φυλών άλλαζαν στρατόπεδο συνεχώς. Οι μαχητές, άσχετα με τους σκοπούς, τις ελπίδες και το όραμα τους, βρίσκονταν πιόνια σε μια μεγάλη σάπια σκακιέρα. Λόγο αυτού, το σκότος είχε κυριεύσει τους πάντες. Από το κατώτερο πνεύμα που άλλοι όριζαν τη μοίρα του, μέχρι τις ανώτερες ιεραρχίες που αποφάσιζαν όπως τους βόλευαν οι καταστάσεις, χωρίς να δίνουν την παραμικρή πληροφορία στους «κατώτερους». Αλλά έτσι ήταν πάντα τα πράγματα, είτε στον ανθρώπινους, είτε στους Αλλοδιάστατους Κόσμους. Δεν υπάρχουν διαφορές. Από τότε που θεοί ή πνεύματα αυτοεξορίστηκαν στη θνησιμότητα, χωρίς να φροντίσουν να απαλλαγούν από την αλαζονεία που τους χάρισε κάποτε το Σκοτάδι ή την υπερηφάνεια που τους πότισε το Φως.

Ξεχάστηκαν οι μοναδικοί κανόνες που όρισαν κάποτε τα όρια και τις ισορροπίες: Αγάπη και Μίσος.

Οι ισορροπίες χάθηκαν πριν πολλές χιλιάδες χρόνια όταν άρχισαν τις υποσχέσεις με κατώτερα πλάσματα συμπεριλαμβανομένων και των ανθρώπων. Οι υποσχέσεις τηρήθηκαν και από τις δύο πλευρές. Η εξουσία όμως γλυκαίνει το κάθε πνεύμα, είτε ανώτερο είτε κατώτερο. Ο απαιτούμενος χρόνος είναι που κάνει την διαφορά αλλά ο πήχης ανεβαίνει πάντα το ίδιο.

Η Μεγάλη Δημιουργία

Η, κατά πολλούς, ονομαζόμενη «Μεγάλη Δημιουργία» έχει μεγάλη διαφορά από τον αρχικό σκοπό αυτού το πειράματος, καθώς για πείραμα πρόκειται. Οι Αλλοδιάστατοι Κόσμοι βρίσκονταν στην ακμή τους ως ότου αποφασίστηκε αυθόρμητα η δημιουργία ενός «Θνητού Κόσμου», ενός κόσμου που θα κινείται κυκλικά, τόσο αργά που θα μοιάζει ευθεία, αλλά με αρχή και τέλος και πάλι αρχή. Ήταν κάτι το εξωπραγματικό μιας και ποτέ πριν δεν υπήρξε βιολογικός θάνατος. Δεν υπήρχε καν διαφοροποίηση του βιολογικού και του πνευματικού. Ο χωρισμός του πνεύματος και του σώματος επιχειρήθηκε τότε για πρώτη φορά, από περιέργεια. Έστω ότι όλοι οι φυσικοί και πνευματικοί νόμοι ήταν γνωστοί, υπήρχε πάντα η περιέργεια στο «τι θα γινόταν, αν».

Τα πράγματα ξεκίνησαν όπως ήταν προγραμματισμένα. Η Ενέργεια μετασχηματίστηκε σε νοημοσύνη και εμφανίστηκε η Αυτοσυντήρηση όπως είχε προβλεφθεί. Για εκατομμύρια χρόνια όλα κινούνταν ομαλά χωρίς καμία ανάμειξη από τους Αλλοδιάστατους Κόσμους. Δε χρειάστηκε. Δεν άργησε όμως η ημέρα που οι Αλλοδιάστατοι Κόσμοι άρχισαν να παρακμάζουν. Η Απόλυτη Γνώση σου δίνει σιγουριά αλλά και ανία. Οι πρώτοι εκείνων που άρχισαν να νοιώθουν έτσι ένιωσαν αμαρτωλοί. Αν και δεν υπήρχε λόγος μιας και η μόνη αμαρτία που αναφέρθηκε ποτέ ήταν το Μίσος και όλοι είχαν ξεχάσει τι σημαίνει. Ίσως εκεί μπέρδεψαν το πραγματικό νόημα του Μίσους με κάτι άλλο. Ο θνητός κόσμος, με την απρόβλεπτη εξέλιξη στους μετόχους του και τον θάνατο, βρέθηκε το ιδανικό μέρος για απόσυρση Στην πρώτη έλευση, υπήρχαν ήδη οι πρώτοι άνθρωποι που ζούσαν σε αρμονία και αθωότητα. Όταν έφτασαν οι πρώτοι, κανείς δεν γνώριζε που είχαν πάει και κανείς δεν υποπτεύθηκε που πήγαν. Ούτε ακόμα εκείνοι που ύστερα ακολούθησαν δε φαντάστηκαν ότι μπορεί κάποιοι άλλοι να τους είχαν προλάβει. Ο Κόσμος ήταν μεγάλος και υλικός. Δεν υπήρχαν περιθώρια να κρατήσουν πολύ χωρίς «σώμα», σε έναν τέτοιο κόσμο. Με τον καιρό επέλεξαν κάποια μορφή, μια από τόσες εκείνες, από την μεγάλη ποικιλία. Κάποιοι αποπειράθηκαν να δημιουργήσουν νέες μορφές και τιμωρήθηκαν. Όταν το σώμα τους πέθαινε και ξαναγύρισαν, είχαν την κατάρα να έχουν ακριβώς την ίδια μορφή με εκείνη που κάποτε δημιούργησαν. Οι υπόλοιποι, εκείνοι που επέλεξαν μια από τις υπάρχουσες μορφές, κράτησαν για πολύ καιρό το σώμα τους νέο. Ίσως γιατί πραγματικά ήταν αθώοι και δεν ήθελαν να κάνουν ζημιά με την περιέργεια τους σε έναν τόσο αρμονικό κόσμο παρά τα μειονεκτήματά του. Αυτοί κάποτε πέθαναν μα ποτέ δεν αναμείχθηκαν με τους ιθαγενείς του Κόσμου. Το μόνο που έκαναν ήταν να εξερευνούν και να βοηθούν όπου δεν χρειάζονταν χωρίς να αποκαλύπτουν την φύση και παρουσία τους.

Οι πρώτοι, εκείνοι που πειραματίστηκαν και καταράστηκαν, δεν μπορούσαν να ελέγχουν σωστά το σώμα τους. Παρά τον πολύ χρόνο που πέρασε, χρειάστηκαν πολύ μέχρι να νοιώσουν ανεξάρτητοι. Μέχρι τότε ήδη είχαν πέσει στην αντίληψη των ανθρώπων. Για την αλλόκοτη εμφάνιση τους και την αδυναμία τους να εκτελέσουν τις πιο απλές λειτουργίες και διαδικασίες. Χρειάστηκαν την βοήθεια των Ανθρώπων πολλές φορές. Δεν ήξεραν να χειριστούν το σώμα τους, πόσο μάλλον να τραφούν ή να κυνηγούν. Είχαν όμως ακόμα ισχυρό το πνεύμα τους και την δυνατότητα να ελέγχουν την Ενέργεια. Υποσχέθηκαν ανταλλάγματα για την βοήθεια που τους προσφέρθηκε και τήρησαν τις υποσχέσεις τους. Τότε όμως υπήρξαν για πρώτη φορά αφεντικά και δούλοι. Αφεντικά γιατί έμαθαν να διατάζουν τους άλλους με αντάλλαγμα άχρηστα πράγματα, που επενέβησαν στην Αρμονία του Κόσμου. Δούλοι γιατί έμαθαν να χάνουν την υπομονή τους απέναντι στην Αρμονία τους Κόσμου.

Συνεχίζεται;

Panorama theme by Themocracy