Στην μνήμη εκείνων που λησμονούν…
- Γονείς έχεις; Ρώτησα κοφτά.
- Δε νομίζω, γιατί τι είναι; Αποκρίθηκε η Κύρα ύστερα από σκέψη.
- Δε θυμάμαι, απλά έπρεπε να το ρωτήσω.
Σιώπησα για λίγα δευτερόλεπτα και σηκώθηκα απογοητευμένος. Όχι από της μνήμες ή την αδυναμία της συνομιλίτριάς μου να δώσει απαντήσεις. Από εμένα τον ίδιο που δεν μπορούσα πλέον να ελέγξω τον αυθορμιτισμό μου.
«Ξέρω πως δεν εμφανίστηκα έτσι ξάφνου μια ημέρα. Από κάπου προήλθα, από κάποιους. Ο διδάσκαλος το έχει πει ξεκάθαρα πως κάθε δέντρο στέκεται ισχυρό στον άνεμο όσο έχει βαθειές ρίζες. Που είναι οι δικές μας;» αναρωτήθηκα, απομακρυνόμενος από το τραπέζι και βρέθηκα εμπρος στην Ελύρια. Η αδερφή της σηκώθηκε από το τραπέζι και την φώναξε. Κατάλαβε πως δεν είχα ιδιαίτερη διάθεση.
Πήγα στο δωμάτιό μου και ξάπλωσα χαζεύοντας τις ανακλάσεις των αντικειμένων που άλλαζαν χρώμα στο δειλινό. Αποκοιμήθηκα και είδα όνειρα, μα δεν τα θυμάμαι πια.
