Επιστρέφοντας στην χώρα του ποτέ απο την χώρα των ζωντανών νεκρών.
Θα ακουστώ βαρετός, αδιάφορος και μικρός. Μια σύντομη βόλτα στην χώρα των ζωντανών νεκρών όπως αποκαλώ την Αθήνα. Δεν είναι οι κάτοικοι της που την χαρακτηρίζουν έτσι μέσα μου. Είναι το σύνολο της, σαν καρκίνωμα. Βολτάρισα λοιπόν, για μερικές ημέρες. Ήλπιζα να βρω κάτι διαφορετικό, δεν ξέρω για ποίο λόγο έτρεφα τέτοια ψευδαίσθηση. Δεν έχω μεγαλώσει ακόμα φαίνεται…
Έφτασα και απόλαυσα την χλίδα του σπιτιού μου. Κλιματισμός, διπλό κρεβάτι, κουζίνα και πλυντήριο. Πράγματα υλικά λείπανε από την χώρα του ποτέ, τη Μυτιλήνη, με έκαναν να νιώσω όμορφα. Δυστυχώς.
Κράτησε λίγο ευτυχώς.
Για μια ακόμα φορά ξαγρύπνησα. Με το φως Της που με τύφλωνε κρατώντας με εδώ, σφιχτά τόσο που πόνεσα. Δεν ήταν ηδονή ο πόνος αλλά το αναγκαίο επιτέλους.
Σταμάτησα το πιοτό.
Ξαγρύπνησα για αυτό εσύ και πάλι ο λόγος Εσύ; Στην χώρα του ποτέ, 270 χιλιόμετρα μακριά από Εσένα και πάλι… Βαρέθηκα να συντηρώ τις χωρίς ουσία και διέξοδο, προσωρινές δόσεις τρέλας!
Διότι δεν την αξίζω.
Ίσως μου αρέσει η μάταιη λογικότητα τελικά.
Επέστρεψα στην χώρα του ποτέ. Ισχυρότερος με μια δόση ειρωνείας.
